Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2012

-Γιατί έρχεται η Μέρκελ




"Ουδείς αναμάρτητος", δήλωσε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, όταν κλήθηκε να δικαιολογήσει την κραυγαλέα ασυνέπεια μεταξύ των προεκλογικών του λόγων και των μετεκλογικών του πράξεων. Η δήλωση έγινε επί γερμανικού εδάφους. Και για να απαντηθεί ερώτηση γερμανών δημοσιογράφων.

Ο τρόπος με τον οποίο διενεργείται ο δημόσιος διάλογος στην χώρα μας δεν είναι πολύ οικείος στους Γερμανούς. Οι εκεί πολιτικοί μιλάνε, συνήθως, διαφορετικά, με μεγαλύτερη σοβαρότητα και, κυρίως, μεγαλύτερη ακρίβεια, φροντίζοντας επιμελώς να μην απομακρύνονται από το κεντρικό θέμα των ερωτήσεων που δέχονται. Προσέχουν μάλιστα ιδιαίτερα να μην οδηγούνται σε εμφανείς αντιφάσεις. Επειδή γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι μια ηθελημένα ανεπαρκής ή αντιφατική απάντηση θα προκαλέσει μια νέα, ανανεωμένη και πιθανόν σκληρότερη ερώτηση. Έτσι, αναγκάζονται να πουν τα πράγματα από την αρχή όπως έχουν ή σχεδόν όπως έχουν, παρά να συρθούν σε εξευτελιστικές υπό πίεση ομολογίες στο τέλος. Ομολογίες δυσάρεστα αποκαλυπτικές για τις προθέσεις και την ηθική τους επάρκεια. 

Είναι βέβαιο, λοιπόν, ότι η εν λόγω δήλωση Σαμαρά παρανοήθηκε θετικά από το γερμανικό δημοσιογραφικό και πολιτικό κατεστημένο. Το οποίο, μη γνωρίζοντας καλά ούτε την Ελλάδα ούτε τον Σαμαρά, εξέλαβε την λακωνική αυτή απάντηση ως δήλωση ειλικρινούς μεταμέλειας ενός ανθρώπου αναγεννημένου. Σε αυτό βοήθησε ασφαλώς και το γεγονός ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός έδωσε γενικά γη και ύδωρ στο Βερολίνο. Ευθυγραμμιζόμενος πλήρως με την πολιτική της Ε.Ε. (είχε προηγηθεί άλλωστε και η, επί πατρίου την φορά αυτή εδάφους, δήλωση περί ελληνικής ιδιοκτησίας του προγράμματος διάσωσης) και υποσχόμενος την μέχρι κεραίας πιστή εκτέλεσή του. Επιπρόσθετα, η διαφαινόμενη φαινομενική μεταστροφή της ελληνικής πολιτικής φαντάζει στα μάτια των ξένων ως προϊόν ορθολογικής απόφασης, δεδομένου ότι την φορά αυτή συμπίπτει σχεδόν ολοκληρωτικά με τις δικές τους αντιλήψεις, σε σχέση με την επίλυση του γρίφου της σωτηρίας της ελληνικής οικονομίας.

Οι καλοί μας φίλοι οι Γερμανοί, λοιπόν, δεν σκέφθηκαν το ενδεχόμενο η δήλωση Σαμαρά να ήταν τέτοια επειδή, απλά και μόνο, ο ίδιος ο Σαμαράς τυχαίνει να μην είναι Βενιζέλος. Ή έστω μικρός Βενιζέλος, όπως είναι λίγο πολύ όλοι αυτοί που αξιώνονται την τιμή να κυριαρχήσουν και να ηγηθούν στην ιδιόρρυθμη τοπική μας σκηνή. Τυχαίνει, δηλαδή, να μην διαθέτει το, στα καθ' ημάς, πολιτικό χάρισμα της δια της συγχύσεως πειθούς ή εξουδετέρωσης του αντιπάλου, μέσα από έναν καταιγισμό λέξεων και φράσεων, άσχετων με το υπό εξέταση αντικείμενο, ασύνδετων μεταξύ τους και στερούμενων πλήρως συνοχής και λογικού νοήματος. Οι Γερμανοί δεν σκέφθηκαν ότι ο Σαμαράς απάντησε με αυτήν την αφοπλιστική ειλικρίνεια, όχι επειδή είναι ειλικρινής, αλλά επειδή είναι λίγος. Επειδή αιφνιδιάστηκε και δεν βρήκε πρόχειρα τίποτε άλλο καλύτερο να πει. 

Υπάρχουν, λοιπόν, συγκεντρωμένες εδώ όλες οι προϋποθέσεις για την δημιουργία της απόλυτης παρεξήγησης. Μια πολιτική τάξη που, αφού επί τρία χρόνια εξάντλησε όλες τις δυνατότητες εξαπάτησης και εκβιασμού των συμμάχων της χώρας, αποφάσισε ότι την συμφέρει πλέον να αλλάξει γραμμή πλεύσης και να αρχίσει να παριστάνει την υπάκουη και σεμνή Αρσακειάδα. Αυτό είναι κάτι που κάνει εύλογα τους καλοπροαίρετους εταίρους μας να πιστεύουν ότι οι πολιτικοί μας άρχισαν επιτέλους να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και να δρουν με τρόπο που συμφέρει στην Ελλάδα και στους Έλληνες. Τα πολιτικά ήθη και οι πολυάριθμες και περίπλοκες θεσμικές δεσμεύσεις και δικλείδες ασφαλείας που ισχύουν στις δικές τους χώρες τους εμποδίζουν να αντιληφθούν ότι υπάρχουν ακόμη ευρωπαϊκές κοινωνίες, στις οποίες οι ταγοί διαθέτουν την πολυτέλεια να πολιτεύονται αδιαφορώντας για το δημόσιο συμφέρον, αποκλειστικά με βάση προσωπικά κίνητρα και επιδιώξεις.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Γερμανοί, χωρίς δεύτερες σκέψεις, αξιολογούν θετικά κάτι που βλέπουν αυτήν την στιγμή στην επιφάνεια. Μια πολιτική, που αυτοί προσδιόρισαν και μια, εκ των πραγμάτων, εξωτερικά πειστική διακήρυξη βούλησης για την εφαρμογή της πολιτικής αυτής. Χωρίς να τους περνά από τον νου να διερευνήσουν βαθύτερα, ψαύοντας τα κίνητρα που οδήγησαν τις εγχώριες ελίτ στην υιοθέτηση της πολιτικής αυτής. Επειδή τα κίνητρα αυτά θα έπρεπε, σύμφωνα με τα δικά τους έθη,  να θεωρούνται διαυγή και δεδομένα, μια και δεν θα μπορούσαν να αγγίζουν τίποτε περισσότερο από το δημόσιο συμφέρον.

Στην αυριανή της επίσκεψη η Αγκέλα Μέρκελ έρχεται να επικυρώσει πανηγυρικά την στροφή της ελληνικής πολιτικής και να δηλώσει την ειλικρινή της συμπαράσταση. Το μόνο αποτέλεσμα αυτής της πρόωρης και πλημμελώς μελετημένης κίνησης, όμως, θα είναι η παροχή όχι μιας ακόμη ευκαιρίας αλλά μιας μικρής πίστωσης χρόνου στο πολιτικό σύστημα, που αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να παραμείνει γαντζωμένο στην εξουσία. Και η ενίσχυση του "αντιμνημονιακού" και του αντιευρωπαϊκού μετώπου.

Πριν από μια κίνηση τόσο μεγάλης εμβέλειας η γερμανική πλευρά θα έπρεπε να είχε βεβαιωθεί ότι το θεμέλιο πάνω στο οποίο σχεδιάζεται, στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες, η πολιτική διάσωσης της Ελλάδας έχει κατανοηθεί και έχει γίνει αποδεκτό από τον ελληνικό πληθυσμό. Το θεμέλιο αυτό δεν είναι άλλο από την βασική αρχή, σύμφωνα με την οποία η ελληνική κοινωνία θα πρέπει, από τούδε και στο εξής, να ζει αρκούμενη στους διαθέσιμους πόρους που η ίδια παράγει. Δυστυχώς, η σχετική συζήτηση, που θα οδηγούσε σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα, διεξάγεται ακόμη σε περιορισμένους κύκλους, σίγουρα όχι με πρωτοβουλία της πολιτικής ηγεσίας και, σε κάθε περίπτωση δεν έχει αγγίξει τις ευρείες λαϊκές μάζες και, κυρίως, όλους όσους θεωρούν δικαίωμα τους να σιτίζονται από τα κρατικά ταμεία, τα οποία, σε αντίθεση με το κοντινό παρελθόν, θα έχουν στο μέλλον ως μόνη πηγή χρηματοδότησης τον ιδρώτα των βαριά φορολογούμενων παραγωγικών τάξεων.

Επιπλέον και εν όψει των παραπάνω, η καγκελάριος της Γερμανίας θα έπρεπε, πριν επισκεφθεί την Ελλάδα, για να δηλώσει την συμπαράσταση της στις προσπάθειες της κυβέρνησης των "υπεύθυνων ευρωπαϊκών δυνάμεων", να βεβαιωθεί για την κυριαρχία στην χώρα της αίσθησης δικαιοσύνης και αναλογικότητας στην κατανομή των βαρών. Για να μην στρέψει εναντίον της και εναντίον της πολιτικής που ορθά επιβάλλει όλους αυτούς που αισθάνονται ότι, με αποκλειστική ευθύνη του εδώ πολιτικού συστήματος, αδικούνται από αυτήν.  Θα είναι άδικο και για αυτήν αλλά και για την μεγάλη χώρα που εκπροσωπεί να ταυτιστεί με τον εγχώριο διεφθαρμένο θίασο, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κομματάρχη του Σαμαρά ή του Βενιζέλου.

Το γεγονός ότι η επίσκεψη της κ. Μέρκελ είναι βεβιασμένα και άσχημα προετοιμασμένη αποδεικνύεται και από την εξέλιξη της τελευταίας στιγμής, από την απαγόρεσυη των διαδηλώσεων, κατά την διάρκεια της παρουσίας της, στο κέντρο της Αθήνας. Καλώς ή κακώς, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, το δικαίωμα αυτού του είδους της διαμαρτυρίας θεωρείται θεμελιώδες δημοκρατικό κεκτημένο και ουσιώδες συστατικό της πολιτικής μας ελευθερίας. Αν χρειαζόταν, για πολλούς και σοβαρούς λόγους, να το περιορίσουμε μάλλον δεν διαλέξαμε την κατάλληλη στιγμή. Η κ. Μέρκελ δεν θα πρέπει να αισθάνεται ιδιαίτερα υπερήφανη για το γεγονός ότι η παρουσία της στην Αθήνα θα συνδυασθεί με ένα ακραίο και πρωτοφανές για τα πολιτικά μας ήθη μέτρο περιορισμού εκδήλωσης φρονήματος. Οι πραγματικοί ηγέτες κερδίζουν τον σεβασμό των μαζών και δεν χρειάζεται να προστατεύονται από αυτές με φράκτες απώθησης και έκτακτες απαγορεύσεις. Η φήμη της καγκελαρίου ήταν αδίκως κακή στην χώρα μας. Και δεν υπήρχε κανένας λόγος να γίνει χειρότερη. Την στιγμή μάλιστα που από αυτήν την φήμη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η συνολική πορεία του τόπου.

Κοντολογίς, η κ. Μέρκελ έρχεται στην Ελλάδα για να επιβραβεύσει και να ενισχύσει την κακή και λανθασμένη εφαρμογή μια καλής και σωστής πολιτικής.  Η κ. Μέρκελ έρχεται στην Ελλάδα για να εγγυηθεί κάτι που η ίδια θεωρεί αυτονόητο. Το γεγονός ότι οι θυσίες των Ελλήνων θα πιάσουν τόπο και ότι με τις θυσίες αυτές η χώρα θα οδηγηθεί με ασφάλεια και κλίμα ομαλότητας στην βαλκανική αγκαλιά, στην οποία πραγματικά ανήκει. Στην τελευταία επίσκεψη του στο Βερολίνο, ο πρωθυπουργός της χώρας την διαβεβαίωσε, μάλλον, ότι αυτό είναι που σήμερα ζητούν διακαώς και χρειάζονται οι Έλληνες. Πεισμένοι προφανώς για την αναγκαιότητα από τον ίδιο. Είπε αυτό επειδή είναι ένας σωστός Έλληνας και δεν είχε τίποτε άλλο, πρόχειρο, να πει, στην απεγνωσμένη προσπάθεια του να παραμείνει πρωθυπουργός. Και η κ. Μέρκελ, που με την σειρά της είναι κι αυτή μια καλή Γερμανίδα, τον πίστεψε.

buzz it!

Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2012

-Ένα εκατομμύριο Έλληνες πρέπει να αλλάξουν δουλειά



Τις καλοκαιρινές μέρες που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων στα πανεπιστήμια, η χαρά των γονιών στον κύκλο μου, αυτών που τα παιδιά τους πέτυχαν, μου έκανε, -αυτή τη φορά, για πρώτη φορά-, μια αλλόκοτη εντύπωση. Εισέπραξα το ίδιο κλίμα, με την ίδια πάντα απορία και στα social media.

Τίποτε πιο φυσιολογικό, θα πει κανείς. Οι γονείς καμαρώνουν τα βλαστάρια τους, τους μελλοντικούς γιατρούς, φαρμακοποιούς, μηχανικούς, μηχανολόγους, δικηγόρους, οικονομολόγους, κοινωνιολόγους, πολιτικούς επιστήμονες. Κάποιοι από τους γονείς αυτούς, οι πιο τυχεροί, δεν έγιναν μόνον περήφανοι. Άφησαν ταυτόχρονα να τους ξεφύγει και ένας αναστεναγμός ανακούφισης. Είναι αυτοί που τα παιδιά τους πέτυχαν την εισαγωγή στις παραγωγικές σχολές του στρατού και της αστυνομίας, κερδίζοντας έτσι εκτός από την χαρά της επιβεβαίωσης και το πολύτιμο προνόμιο της δια βίου βέβαιης σίτισης από το δημόσιο ταμείο. Ας αλλάξουμε θέμα, όμως.

Στα τρία χρόνια που κρατάει αυτή η ανυπόφορη ανωμαλία της κρίσης άκουσα, διάβασα και έμαθα, όπως όλοι μας, πολλά καινούργια πράγματα. Αυτό, όμως, που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση, επειδή πιστεύω ότι αφενός προσφέρει το κλειδί που χρειαζόμαστε για να αποκωδικοποιήσουμε την σημερινή περίπλοκη εικόνα και να κατανοήσουμε την τερατώδη στρέβλωση που δημιουργήσαμε στην σχέση παραγωγικότητας, απόδοσης και ανταπόδοσης, -στρέβλωση που μας οδήγησε στην σημερινή τραγωδία-, και αφετέρου δίνει την κατεύθυνση για τον στρατηγικό σχεδιασμό της ανηφόρας, που πρέπει από εδώ και πέρα να διανύσουμε, είναι μια φράση επτά μόνον λέξεων του Αρίστου Δοξιάδη. "Ένα εκατομμύριο Έλληνες πρέπει να αλλάξουν δουλειά".

Έκτοτε, στα τρία αυτά χρόνια, οι εμπειρικές διαπιστώσεις που κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο και επιβεβαιώνουν την οξυδερκή και θεμελιώδη αυτή απόφανση είναι καθημερινές. Όλοι πλέον ξέρουν ότι η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να συντηρεί τόσο φαρμακεία, όσα έχει ολόκληρη η Αυστρία μαζί, ότι οι δικηγόροι που αγωνιούν για την επιβίωση τους και συμμετέχουν ενεργά στην απονέκρωση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, παράγοντας συνεχώς, τεχνητά, νέα δικαστική ύλη, είναι πέντε ή δέκα φορές περισσότεροι από όσους διαθέτει η ευνομούμενη Σουηδία, ότι ο αριθμός των γιατρών, που αναλογούν σε κάθε χίλιους κατοίκους της χώρας, είναι από καιρό και με διαφορά ο μεγαλύτερος σε σχέση με αυτόν όλων των υπολοίπων αναπτυγμένων χωρών, ότι οι δεκάδες χιλιάδες μηχανικοί δεν μπορεί να συνεχίσουν να απομυζούν τους ήδη σπάνιους κοινωνικούς πόρους, παράγοντας πιστοποιητικά και άδειες άνευ αντικειμένου, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες δεν γίνεται πλέον να γεμίζουν ασφυκτικά από υπαλλήλους, με πλήθος τυπικών προσόντων αλλά με απουσία κάθε ουσιαστικού. Θα μπορούσε να απαριθμήσει κανείς δεκάδες άλλους τομείς δραστηριότητας, που προστιθέμενοι δημιουργούν το τέρας της ελληνικής ιδιορρυθμίας, που σήμερα βυθίζεται σε αργό θάνατο.

Όλα αυτά είναι πλέον κοινός τόπος. Υπερπαραγωγή υπηρεσιών από επαγγέλματα υψηλού κοινωνικού κύρους, με αντίστοιχη πρόκληση τεχνητής ζήτησης, σε ένα πλαίσιο μιας ολοένα και περισσότερο συρρικνούμενης παραγωγής πραγματικού πλούτου. Ασφυξία. Αλλά και μηχανή διαρκούς μεταφοράς πόρων, με τρόπο που σωρεύει αίσθημα αδικίας και παράγει αντικίνητρα για την ορθολογική δράση.

Και όμως, η ελληνική κοινωνία, αφού διαπίστωσε πλέον όλα τα παραπάνω, -χωρίς να υπάρχει από καμία πλευρά μια σοβαρή αντίρρηση-, γιόρτασε πασιχαρής, για μια ακόμη φορά, το νέο ετήσιο ξεκίνημα της παραγωγής και άλλων γιατρών και άλλων δικηγόρων και περισσότερων μηχανικών και ακόμη περισσότερων οικονομολόγων και κοινωνιολόγων. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η ποιότητα των πανεπιστημίων στα οποία θα εκπαιδευθούν όλοι αυτοί είναι ένα άλλης τάξεως τραγικό ζήτημα.

Η αντίφαση αυτή, αντίφαση ανάμεσα στην αναγνώριση της πραγματικότητας και στην αντίστοιχη αντιμετώπιση της, βρίσκει την εξήγηση της στο θεμελιώδες έλλειμμα συλλογικότητας. Της αναγκαστικής αλλά μη συνεργατικής συμβίωσης. Και, επιπλέον, στο έλλειμμα εμπιστοσύνης προς την κοινότητα και στην ανυπαρξία πίστης για την προοπτική της χώρας.

Πράγματι, λένε οι περισσότεροι κατ' ιδίαν, χρειάζεται ένα νέο ξεκίνημα, αλλά η πορεία και η εξέλιξη του είναι αβέβαιες. Πράγματι, πρέπει να στηριχθεί κάτι άλλο, καινούργιο, πραγματικά παραγωγικό, αλλά κανείς δεν θα το κάνει πρόθυμα και, κυρίως, κανείς δεν είναι σε θέση να το κάνει αποτελεσματικά. Πράγματι, θα θέλαμε να σώσουμε την χώρα και να δώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας, αλλά ο καθένας μόνος είναι ανίσχυρος και δεν επαρκεί. Αξίζει, λοιπόν, τον κόπο μια σίγουρη θυσία χωρίς αντίκρυσμα;

Αυτά είναι λόγια που ακούγονται από κάθε πλευρά. Και ακούγονται δικαίως, επειδή ο ηρωισμός δεν είναι μέσα στην φύση των απλών, καθημερινών ανθρώπων. Αντίθετα η πρόνοια για την σταθερότητα και την εξασφάλιση της επιβίωσης είναι. Πολλές φορές, όμως, το, υγιές κατά τα άλλα, ένστικτο οδηγεί σε λανθασμένες κατευθύνσεις, λόγω της κακής εκτίμησης των συνθηκών. Ποτέ δεν θα λείψουν οι δικαστικές διαμάχες, σκέφτεται ο πατέρας του μελλοντικού δικηγόρου, και το παιδί μου θα μπορέσει να επιβιώσει, κουτσά στραβά. Τι άλλο να κάνει άλλωστε; Μόνο που η σκέψη αυτή θα γίνεται ταυτόχρονα σε δεκάδες χιλιάδες σπίτια καλοπροαίρετων ανθρώπων, μέχρι που η χώρα θα φθάσει να κατοικείται μόνο από δικηγόρους, που θα υπερασπίζονται ο ένας τον άλλον, από γιατρούς, που θα θεραπεύονται εκατέρωθεν και από μηχανικούς, που θα εκδίδουν πιστοποιητικά ενεργειακής επάρκειας για όλους τους υπόλοιπους.

Η πολιτική τάξη δεν μοιάζει να αντιλαμβάνεται τίποτε από τα παραπάνω. Όσα έκανε στο παρελθόν παραγράφηκαν. Για τις ευθύνες των σημερινών εγκληματικών της πράξεων κρύβεται πίσω από την τρόικα των δανειστών. Και για τις ευθύνες του ανύπαρκτου σχεδιασμού της πίσω από την νεοπαγή και οπωσδήποτε πολιτικά ορθή ιδεοληψία της αυτορρύθμισης της κοινωνίας, μέσω του δήθεν ελεύθερου ανταγωνισμού. Αφού για δεκαετίες εδραίωσε το αίσθημα αδικίας, τον ατομικισμό και την καχυποψία προς κάθε τι δημόσιο, αφού επέβαλε τον όρο της επιβίωσης μέσω της αναγκαστικής συναλλαγής, αφού κατέστρεψε κάθε σπόρο για την καλλιέργεια της καλής πίστης και αφού έσπειρε το οικονομικό πεδίο με εξαντλημένα, ημιθανή σώματα, τώρα παραπέμπει στις δυνάμεις της αγοράς, κουνώντας μάλιστα κάποιες φορές και το δάκτυλο, ανίκανη να ανταποκριθεί στον ρόλο της στήριξης και του συντονισμού της συλλογικότητας, που σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε.

Ένα εκατομμύριο Έλληνες, λοιπόν, πρέπει να αλλάξουν δουλειά. Η αρχή δεν μπορεί να γίνει από Έλληνες γονείς που θα αποφασίσουν να παίξουν στα ζάρια το μέλλον των παιδιών τους. Ούτε, όμως, και από εξαναγκασμένους νέους, που από ανάγκη μόνο και όχι από πραγματική έλξη, θα επιστρέψουν απελπισμένοι και αμήχανοι στα χωράφια των παππούδων τους. Χρειάζεται κάτι μεγαλύτερο, που, πριν από όλα, θα έχει τον σχεδιασμό, την καθοδήγηση, την συμπαράσταση και την σχετική εγγύηση της κοινότητας. Θα προσφέρει συγκρατημένη επιβράβευση στην επιτυχία και ανοχή και επιείκεια στην αποτυχία. Προπάντων αίσθημα ασφάλειας. Οι δρόμοι που πρέπει να βαδίσουμε είναι, για τους περισσότερους, καινούργιοι και άγνωστοι.

buzz it!

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2012

-Η κρυφή γοητεία της τσιπρολογίας



Ενώ η Ελλάδα κυβερνιέται, εξουσιάζεται (και μέρα με την μέρα συντρίβεται και βυθίζεται) από την αμήχανη και συγχυτική τριανδρία των Σαμαροβενιζελοκουβέληδων οι πάντες ασχολούνται εντατικά και επίμονα και σχεδόν αποκλειστικά με τον Τσίπρα. Μέχρι και το πιο ανεπαίσθητο νεύμα του αποτελεί πλέον αιτία βαθυστόχαστου σχολιασμού και (συνήθως πολεμικής) εκτεταμένης ανάλυσης. Μια ακόρεστη Τσιπρολαγνεία έχει καταλάβει και συνεγείρει το πανελλήνιο.

Άλλη εξήγηση, από του ότι οι πάντες είναι πλέον πεπεισμένοι ότι ο εξαίρετος αυτός πολιτικός αρχηγός είναι ήδη πρωθυπουργός σε βραχεία αναμονή και ότι πρέπει να συνετισθεί και να καλοπιασθεί εκ των προτέρων, δεν υπάρχει.

Αν το παραπάνω δεν είναι απόλυτα αληθές και η επιδίωξη των τσιπρομάχων είναι απλά η πολιτική φθορά του φερέλπιδος νέου πολιτικού, έτσι, για καλό και για κακό, οι δράστες θα πρέπει να ελεγχθούν για ανοησία. Μιας και κάνοντας ότι κάνουν επιτυγχάνουν το εντελώς αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Διότι, αφενός, το κοινό στο οποίο λογικά απευθύνονται, αυτό των υποψηφίων ψηφοφόρων του Αλέξη μας, διόλου δεν συγκινείται πια, -διεγείρεται μάλιστα θετικά, θα έλεγα-, από την επισήμανση τόσο του εξτρεμισμού όσο και των κραυγαλέων αντιφάσεων, που ξεχειλίζουν είναι η αλήθεια, στον δημόσιο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ. Ο εξτρεμισμός αυτός είναι χάδι μπροστά στα τωρινά πάθη του στρατού των ανέργων και οι αντιφάσεις υποσχέσεις παραδείσων, για ανθρώπους που βρίσκονται ήδη στην κόλαση και που δεν αγγίζονται από διλήμματα για μια θεωρητικής αξίας σωτηρία και για την διασφάλιση μιας δήθεν ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Που στα χέρια της ανήθικης και αδίστακτης πολιτικής τάξης έχει κι αυτή χάσει κάθε νόημα και έχει ξεπέσει, όπως όλα όσα από καιρό νοηματοδοτούν ανεπαρκώς τον βίο μας, σε φτηνό και ανούσιο ιδεολόγημα. Η σωτηρία της πατρίδας, όπως εκτελείται, δεν τους αφορά, μια και αυτή η πατρίδα έχει πάψει από πολλού να τους περιλαμβάνει, στο πρακτικό τουλάχιστο επίπεδο, αυτό της εξασφάλισης του επιούσιου.

Αφετέρου, οι δραστήριοι επικριτές του Τσίπρα, κάνουν ότι μπορούν για να διευρύνουν, μέρα με την μέρα, το, δικαίως ή αδίκως, απελπισμένο αυτό κοινό. Ακόμη και μέσα στις ίδιες τις τάξεις των κατάφωρα ευνοημένων δημοσίων υπαλλήλων. Που αντί να ακούσουν με σθεναρή φωνή ότι η πολιτική τάξη κάνει ότι μπορεί, τσαλαπατώντας την υπόλοιπη κοινωνία, για να διατηρήσει, έστω σε περιορισμένο βαθμό, τα παράλογα προνόμια τους, προνόμια που σε καμία περίπτωση δεν ισοσκελίζονται από την παραγωγικότητα, βλέπουν του άθλιους κομματάρχες να μιξοκλαίγονται μπροστά τους, ότι δήθεν θα έπρεπε να τους δώσουν περισσότερα αλλά οι "προσωρινές" συνθήκες, -προσωρινές μόνον, που δεν μπορεί παρά να αλλάξουν-, δεν το επιτρέπουν. Και να απεικονίζουν τον καημό αυτό για την "αδικία" σε κούφια εφευρήματα και υποσχέσεις του τύπου της "ρήτρας αναπλήρωσης", που όλοι κατά βάθος ξέρουν ότι δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν ποτέ.

Καταντούν έτσι να εισπράττουν αποστροφή και μίσος, ακόμη και από εκείνους που θα έπρεπε να ξεπληρώνουν με ευγωμοσύνη. Και όχι μόνον. Με τον τρόπο αυτό συνεχίζουν να συντηρούν στους κόλπους των παραδοσιακών πελατών τους την αίσθηση κατοχής ενός μη διαπραγματεύσιμου δικαιώματος που τώρα απαλλοτριώνεται αδίκως. Ενός δικαιώματος που πηγάζει από την αρχική συμφωνία του Οθωμανού πολιτικού με τον εξίσου Οθωμανό πελάτη. Εγώ σε διορίζω και σου εξασφαλίζω το προνόμιο να ζεις χωρίς να σκάπτεις. Εσύ έχεις μια και μόνη υποχρέωση. Να με ψηφίζεις και να συντάσσεις, χωρίς να ρωτάς, τις διοικητικές πράξεις που είναι απαραίτητες για τις δουλειές μου. Τα τυχερά και ότι περισσέψει στο τραπέζι δικά σου.

Η κοντόφθαλμή και αδιέξοδη αυτή τακτική διευρύνει το χάσμα στην κοινωνία, παγιώνει την ύπαρξη των στεγανών, ανάμεσα στο ιδιωτικό και το κρατικοδίατο κομμάτι του πληθυσμού και διαιωνίζει την διαμάχη που ξεκίνησε με την αποκάλυψη της οικτρής κατάστασης της οικονομίας, εγκυμονώντας θανάσιμους εθνικούς κινδύνους για το μέλλον. Παράλληλα δεν ευνοεί την απόκτηση επίγνωσης του προβλήματος, που είναι όρος, εκ των ων ουκ άνευ, για την εξεύρεση και εφαρμογή μιας εφικτής και βιώσιμης λύσης.

Ενώ, λοιπόν, το καράβι αρμενίζει αμέριμνο με πορεία προς τα βράχια, η χώρα διοικείται ατύπως από μια τρόικα ξενόγλωσσων υπαλλήλων, -που ναι μεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν αλλά δεν διαθέτουν την δυνατότητα να νομοθετήσουν οι ίδιοι και να ελέγξουν εσωτερικά, σε μικροεπίπεδο, την κρατική μηχανή-, η ηγετική τριανδρία, βυθισμένη σε υπαρξιακό πανικό,  εφαρμόζει αμήχανα τις ατελείς εντολές και η αστική διανόηση τσιπρολογεί ακατάπαυστα, μήπως και ξορκίσει το μεγάλο κακό, που άρχισε τελευταία να πείθεται ότι, το δίχως άλλο, την περιμένει.

Δηλώνει μάλιστα και την έκπληξη της για τα πρωτόγνωρα φαινόμενα του εκχυδαϊσμού του δημόσιου λόγου, από θεσμικά πρόσωπα πολλής περιωπής, όπως είναι ο ίδιος ο πρόεδρος της έρμης της βουλής μας. Το παράδοξο, όμως, είναι ότι, πολλά χρόνια τώρα, ο συμπαθής Βαγγέλας ποτέ δεν κρύφτηκε. Αυτός ήταν ο λόγος του και αυτόν εξέπεμπε αδιακρίτως, δεξιά και αριστερά, με φρόνημα και αυτοπεποίθηση. Και γι' αυτόν τον όμορφο λόγο είναι που όλοι εμείς τον αγαπήσαμε. Και αυτόν και τους φίλους του. Όλους τους φίλους του.

buzz it!

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2012

-Ο γέρων Παστίτσιος, το κράτος που αγρυπνά και ο βαλκανικός αστικός διαφωτισμός

Όλοι αυτοί που ασχολούνται αυτάρεσκα με το νέο φρούτο που μας προέκυψε, -τον γέροντα Παστίτσιο και τις περιπέτειές του-, και επιδεικνύουν, με εξυπνακισμούς και ειρωνείες κυρίως, τον προοδευτισμό και την δυτικόστροφη σκέψη τους, δεν αντιλαμβάνονται, οι δυστυχείς και αφελείς το πόσο μοιραία θύματα είναι οι ίδιοι.

Το κράτος (το πολιτικό σύστημα και τα πάσης φύσεως προσαρτήματα του) , δρώντας σοφά, με συνέπεια και σοβαρότητα, προς την κατεύθυνση του ενός και μόνο σκοπού του, που δεν είναι άλλος από την δική του προσωπική επιβίωση και αναπαραγωγή, είναι υποχρεωμένο εκ των πραγμάτων να προσαρμόζεται στις επιθυμίες και τις ανάγκες όλων εκείνων από τους οποίους θα μπορούσε, στα πλαίσια της ψευτοδημοκρατίας που εφαρμόζεται στην χώρα, να κινδυνεύσει.

Ποιοι είναι αυτοί στην συγκεκριμένη περίπτωση; Μα όσοι πιστεύουν σταθερά και σθεναρά στις αξίες και τις αρχές τους, -όποιες και αν είναι αυτές, ακόμη και οι πιο βλακώδεις, αναχρονιστικές και πρωτόγονες-, και δεν είναι πρόθυμοι, έναντι οιουδήποτε ανταλλάγματος, να τις προδώσουν.

Σε αντίθεση με την ψοφοδεή, εξαγορασμένη και πανικόβλήτη δήθεν αστική τάξη της χώρας, η οποία, μη διαθέτοντας η ίδια φρόνημα, ηθική υπόσταση και πνευματικά ερείσματα, είναι έτοιμη να προσκυνήσει άνευ όρων οιονδήποτε τύραννο και να ανεχθεί το χωρίς όριο τσαλάκωμα της αξιοπρέπειας και την καταπάτηση των δικαιωμάτων της, υποτασσόμενη στην δύναμη των φτηνών εκβιαστικών διλημμάτων της απώλειας του καταναλωτικού παραδείσου της. Του μόνου πράγματος που κατέχει και στο οποίο πραγματικά πιστεύει.

Το κράτος λοιπόν πράττει σοφά και ορθολογικά, υποτασσόμενο στην ανάγκη και ας νομίζουν κάποιοι ότι είναι ένα κράτος γελοίο. Αναγκάζεται να συμπλεύσει με αυτούς που δεν μπορεί να εξαπατήσει, να εξαγοράσει ή να εκβιάσει και να ικανοποιήσει στο ακέραιο το περί δικαίου αίσθημα τους. Για τους υπόλοιπους, τους μορφωμένους φωταδιστές, τους έξυπνους και ανοιχτόμυαλους Ευρωπαίους της βαλκανικής, τους αγωνιστές της δημοκρατίας των social media, τους θηρευτές των like στο Facebook, δεν είναι διατεθειμένο να αναλώσει τα αποθέματα του και να κάνει την παραμικρή υποχώρηση. Γνωρίζει πολύ καλά ότι για την αντιμετώπιση και την εξουδετέρωση τους, στην επόμενη κρίσιμη καμπή, είναι αρκετό ένα νέο απλοϊκό και πρόχειρο δίλημμα καταστροφής.

Οι εγχώριοι Ταλιμπάν, όπως τους αποκαλούν οι επικριτές τους, οι ελαφρόμυαλοι, οι θρησκόληπτοι και προληπτικοί, οι πιστοί στην μνήμη του κάθε Παϊσίου, διαθέτουν ένα ανίκητο υπερόπλο. Είναι συνεπείς και ανυποχώρητοι. Δεν συνηθίζουν να ψηφίζουν στις εκλογές το μη χείρον με σιχασιά. Στέκουν εκεί ορθοί και απαιτούν, κατά προτεραιότητα, την ικανοποίηση των αναγκών της ψυχής τους. Για τούτο και οι επιθυμίες τους είναι ιερές και γίνονται συνήθως σεβαστές.

Οι άλλοι, αντίθετα, αυτοί που γνωρίζουν τα πολλά και ειρωνεύονται την μικρόνοια των απλών, πλησιάζουν κατά κανόνα την κάλπη με αποστροφή, κλείνουν την μύτη και τα μάτια με αηδία και ψηφίζουν τους κλέφτες και τους ψεύτες που σιχαίνονται. Ανταλλάσσοντας την ψήφο τους με το επόμενο σαββατοκύριακο στο εξοχικό και το νέο μοντέλο του αγαπημένου τους γκάτζετ, που όπου νάναι κυκλοφορεί στην αγορά. Αυτούς, το σοφό μας κράτος, το ίδιο που βγαίνει από αυτές τις όζουσες κάλπες της σιχασιάς, ούτε που τους υπολογίζει και ούτε που τους υπολήπτεται. Απλά, όταν έρθει η καλή ώρα, για άλλη μια φορά τους εκβιάζει. Μπορεί να είναι οι πιο έξυπνοι αλλά, παράλληλα, είναι και οι πιο εύκολοι. Οι πιο ακίνδυνοι.

Και κάτι ακόμη. Οι ηθικές αξίες έχουν ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό. Διατηρούν την ακεραιότητά τους και δεν ανέχονται σταθμίσεις και περιορισμούς. Σε αντίθεση με τις υλικές, οι οποίες κατά κανόνα δεν αντιστέκονται στις εκπτώσεις. Είναι αυτό που έλεγε ο αείμνηστος Λένιν. Αυτοί οι ίδιοι είναι που, λίγο λίγο, θα μας δώσουν το σχοινί για να τους κρεμάσουμε.

Το κράτος είναι σοφό. Όσο πιο διεφθαρμένο τόσο πιο σοφό.

buzz it!

Τετάρτη, Ιουνίου 20, 2012

-Νομίζαμε ότι ψηφίζαμε για την κρίση. Τελικα θέλαμε μόνον να φύγει ο Αλέξης.


Μια μικρή περιήγηση, τις μέρες αυτές, στο διαδίκτυο αρκεί για να καταδείξει ότι, δύο και πλέον χρόνια τώρα, η Ελλάδα βασανίζονταν, χωρίς να το υποψιάζεται καν, από ένα και μοναδικό πρόβλημα. Τον Τσίπρα. Τον ΣΥΡΙΖΑ και τις εξωτικές συνιστώσες του. Ένα μεγάλο και δύσκολο γρίφο, που, τελικά, ο σοφός ελληνικός λαός απομάκρυνε, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής.

Η θριαμβολογία για την μεγάλη νίκη των νεόκοπων “ευρωπαϊκών δυνάμεων”, (ένας πολιτικός νεολογισμός που, με δεδομένο τον πάγιο προσανατολισμό της χώρας τα τελευταία διακόσια χρόνια, αγγίζει τα όρια του παραλόγου και καταδεικνύει τον φαντασιακό χαρακτήρα των ερωτημάτων στα οποία συρθήκαμε να απαντήσουμε), η αισιοδοξία που ξεχύνεται από παντού, η γεμάτη έξαψη αναμονή για την επιλογή των προσώπων, που θα συγκροτήσουν την νέα κυβέρνηση, με την οποία θα πορευτούμε αγέρωχοι προς το μέλλον, όλα αυτά δεν εξηγούνται διαφορετικά. Η οικονομική και κοινωνική κρίση ήταν, κατά πως φαίνεται, μια δυσάρεστη οφθαλμαπάτη. Το πρόβλημα μας, δύο χρόνια τώρα, ήταν μόνον ο Αλέξης. Και τώρα, που ο θανάσιμος αυτός κίνδυνος απομακρύνθηκε, μπορούμε να συνεχίσουμε απερίσπαστοι την αμέριμνη καθημερινότητα μας. Business as usual.

Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μύρια όσα, πρωτόγνωρα, για τις έως τώρα εμπειρίες και παραστάσεις μας, προβλήματα. Και όμως, το σύνολο του δημοσίου διαλόγου, σε όλη την προεκλογική περίοδο, εξαντλήθηκε στην άνευ προηγουμένου προβολή και στην υπαρξιακού χαρακτήρα ανάγκη καταπολέμησης ενός υποθετικού και μάλλον, σε μεγάλο βαθμό, κατασκευασμένου κινδύνου. Τόσο κατασκευασμένου που, ακόμη και αυτοί που υποτίθεται ότι τον ενσάρκωναν, ο Αλέξης και η γραφική παρέα του, δεν πρόλαβαν να κατανοήσουν, ώστε να προσαρμόσουν ανάλογα τον λόγο και την εικόνα τους και να προστατευθούν αποτελεσματικά.

Μια μαζική και στα όρια της υστερίας πανεθνική αυθυποβολή. Από απολιτίκ άεργες νοικοκυρές, που πανικοβλήθηκαν στην ιδέα ότι οι κόκκινοι Χμέρ θα κοινωνικοποιήσουν τα διαμερίσματα και τα μαγαζιά, που με τα νοίκια τους εξασφαλίζουν την ξέγνοιαστη ζωή τους. Από φιλελεύθερους αστούς, γνήσιους οπαδούς και εκπροσώπους του ιδιότυπου σοβιετικού τύπου νεοελληνικού καπιταλισμού, που αισθάνθηκαν ξαφνικά την καυτή ανάσα της επερχόμενης πολιτιστικής επανάστασης, στην Ελλάδα του 2012. Από νοικοκυραίους κάθε ηλικίας, που μέσα στο μυαλό τους ξύπνησαν οι φρικώδεις διηγήσεις των παππούδων τους για τους γενειοφόρους συμμορίτες με τα σκουριασμένα κονσερβοκούτια. Όλα αυτά τα τρομερά θα τα έκανε ο Τσίπρας, που μεγάλωσε και ανδρώθηκε μέσα στην δανεική υπερκαταναλωτική ευφορία της παπανδρεϊκής Ελλάδας. Μαζί με την γενιά των μπαχαλάκηδων, των ελέω της Παυλοπουλικής ακηδίας επαναστατών του γλυκού νερού, που, όταν δεν σπάνε βιτρίνες, μπροστά στην ευνουχισμένη από τις ίδιες τις αστικές δυνάμεις αστυνομία, ξοδεύουν το χαρτζιλίκι των μπαμπάδων τους στα φραπεδοπωλεία και τις σουβλακερί των Εξαρχείων. Υποψιάζομαι ότι αν όλοι αυτοί ήξεραν τι είναι ο κομμουνισμός που τους αποδίδεται θα τρόμαζαν περισσότερο από τους πανικόβλητους ψηφοφόρους του “Μεγάλου Πατριωτικού Μετώπου” που άρον άρον συγκροτήθηκε για την αποτροπή του τέταρτου γύρου και την σωτηρία της δόλιας πατρίδας.

Νικήσαμε λοιπόν τον γιαλαντζί εχθρό, που ούτε ο ίδιος υποψιάστηκε ποτέ ότι ήταν τέτοιος. Και χάσαμε ταυτόχρονα το προνόμιο να απολαύσουμε το υπέροχο θέαμα μιας μοναδικής επιδεξιότητας και τέχνης κυβίστησης, που θα μας επανέφερε στην πραγματικότητα, εξαντλώντας και τα τελευταία ψήγματα από την εθνική αυταπάτη, που μας οδήγησε στην καταστροφή και που συντηρεί ακόμη και σήμερα την αδιανόητη στασιμότητα και παρακμή μας. Χάσαμε, επιπλέον, την ιστορική ευκαιρία να ξεφορτωθούμε μια και καλή την γάγγραινα της ηθικής υπεροχής της δογματικής μετεμφυλιακής αριστεράς, που, με απόλυτη ευθύνη της δήθεν αστικής τάξης, οδήγησε την κοινωνία στις ιδεοληψίες και τον παραλογισμό της μεταπολίτευσης, νομιμοποίησε κάθε είδος παραβατικής συμπεριφοράς και στέρησε από την χώρα την δυνατότητα να ενσωματώσει ομαλά και να προσαρμοστεί στις ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις.

Θα μου πείτε και το χάος που θα έφερναν μαζί τους οι άσχετοι; Και ο κίνδυνος του ακαριαίου θανάτου; Η έξοδος από το ευρώ;

Όποιος κάνει τέτοιου είδους ερωτήσεις είναι γιατί κοιτάει ακόμη ανακουφισμένος προς την μεριά του νικημένου και δήθεν εξουδετερωμένου στρατού των σύγχρονων Βελουχιώτηδων, αυτών με τα iPhone και τα Timberland. Μόλις, όμως, καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός και αρχίσει να εξατμίζεται αργά η αφελής ανακούφιση, για την αποτροπή του φαντασιακού κινδύνου, οι περισσότεροι θα αντιληφθούν, -και θα το αντιληφθούν με ανείπωτη φρίκη-, ότι η χώρα συνεχίζει, και μάλιστα με την ομόθυμη εντολή τους, να κυβερνάται από τους ίδιους αναχρονιστικούς και φαύλους μηχανισμούς. Και ότι οι ίδιοι εξακολουθούν να παραμένουν οθωμανικού τύπου υπήκοοι και φόρου υποτελείς, στις ίδιες ακριβώς κομματικές μαφίες, που με πλήρη συνείδηση και δόλο οδήγησαν την χώρα στην σημερινή έσχατη απαξίωση.

Ακόμη και ο φανατικότερος οπαδός των θλιβερών υπολειμμάτων του δικομματισμού δεν θα είχε πρόβλημα να παραδεχθεί ότι η δήθεν μεγάλη νίκη των, κατά δήλωση τους, “ευρωπαϊστών” στηρίζεται από την μια μεριά σε ψήφους δοσμένες μαζικά με κρύα καρδιά, αν όχι με αηδία (“με σιχασιά το μη χείρον”, όπως έλεγε προ ολίγων εβδομάδων ο γηραιός και σοφός επιφυλλιδογράφος μιας εκ των εγκύρων). Και από την άλλη σε έναν βαθιά αντιδημοκρατικό και καλπονοθευτικό εκλογικό νόμο. Δυστυχώς, όμως, η ψήφος δεν δίνεται ποτέ ούτε υπό αίρεση ούτε με περιοριστική και ανασταλτική ρήτρα αηδίας. Είναι άχρωμη και αυτοτελής, δεν επιστρέφεται και δεν αλλάζει μετά την απομάκρυνση από την κάλπη. Και απονέμει αρμοδιότητες και εξουσίες στο ακέραιο. Επιστροφή στην σταθερότητα λοιπόν. Στην ακινησία του βάλτου.

Μήνα με τον μήνα τα αδιέξοδα της οριστικά και αμετάκλητα χρεοκοπημένης οικονομίας θα κάνουν όλο και εντονότερα αισθητή την παρουσία τους. Τα όρια των πολιτικάντηδων, στους οποίους δόθηκε για μια ακόμη φορά λευκή επιταγή, είναι ήδη γνωστά. Ο παρασιτικός δημόσιος τομέας θα συνεχίσει, απόλυτα προστατευμένος, να απορροφά και να καταστρέφει ότι έχει απομείνει ζωντανό από τα παραγωγικά κύτταρα της κοινωνίας. Όπως δύο χρόνια τώρα. Ότι, φαινομενικά μόνο, ακμάσει θα φέρει την σφραγίδα της εύνοιας των υπουργικών γραφείων και θα επιστρέφει στην πραγματική οικονομία υποπολλαπλάσιους πόρους από αυτούς που κατανάλωσε για την δημιουργία του. Ακόμη και σήμερα, οι ίδιοι μοιραίοι άνθρωποι που ετοιμάζονται να αναλάβουν την μοιρασιά, μιλάνε, -σε μια χώρα που χωρίς να παράγει τίποτε επένδυσε τις τελευταίες δύο δεκαετίες μυθώδη πλούτο σε άχρηστα και στημένα δημόσια έργα-, για απελευθέρωση πόρων που θα διατεθούν στην κατασκευή υποδομών, για την εξασφάλιση, λένε, θέσεων εργασίας. Αδυνατούν να κατανοήσουν την οικονομία ως ένα πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων, που πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να λειτουργήσει και επιμένουν στο μόνο μοντέλο που γνωρίζουν. Αυτό της κεντρικά κατευθυνόμενης παρασιτικής προσοδοθηρίας.

Οι εταίροι μας θα παραχωρήσουν κάποιο περιορισμένο χρόνο στο “νέο” καθεστώς αλλά δεν θα στηρίξουν σε καμία περίπτωση το καθιερωμένο εγχώριο κλεπτοκρατικό μοντέλο που αυτονόητα θα εξακολουθήσει να ισχύει. Δεν πρόκειται να δώσουν καινούργια χρήματα αν δεν μπορέσουν να ελέγξουν τον προορισμό τους και αν δεν διασφαλίσουν την μέτρηση της απόδοσης της επένδυσης τους. Οικονομικά και πολιτικά. Με άλλα λόγια δεν πρόκειται να δώσουν καινούργια χρήματα σε αυτούς, στους οποίους για μια ακόμη φορά αναθέσαμε την σωτηρία μας. Στα δύο χρόνια που πέρασαν τους έμαθαν καλά. Εμείς αργούμε.

Υπό τις συνθήκες αυτές τα βαθιά ρήγματα που διατρέχουν το σώμα της κοινωνίας, οριζοντίως και καθέτως, θα καταστούν αβυσσαλέα. Οι διαχωρισμοί μεταξύ του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, οι διαφορές μεταξύ των ηλικιακών στρωμάτων, οι καινοφανείς ταξικοί διαχωρισμοί, που ήδη σχηματίζονται, θα αποκόψουν πλήρως τα τμήματα της κοινωνίας μεταξύ τους υπό καθεστώς βαθιάς εχθρότητας. Ο λαϊκισμός, τότε, θα είναι το μοναδικό αποκούμπι των εξαθλιωμένων μαζών και των νεόπτωχων. Ο Τσίπρας και οι μπαχαλάκηδες των συνιστωσών του, η Χρυσή Αυγή και όλοι οι υπόλοιποι που είτε υπάρχουν είτε θα γεννηθούν, θα περιμένουν, ηθικά δικαιωμένοι, στην γωνία. Την φορά αυτή δεν θα είναι αμήχανοι, αδαείς και ακίνδυνοι, όπως τώρα. Θα ξέρουν πολύ καλά τι πρέπει να κάνουν. Όλα αυτά όχι στο απώτερο μέλλον. Σύντομα.

Σαν τον αποτυχημένο χαρτοπαίκτη, που αρνείται να αποδεχθεί την ζημιά, να ξεχάσει οριστικά τα χαμένα και να επιστρέψει στο σπίτι του, με την απόφαση να διορθωθεί, και που πέρα από κάθε λογική συνεχίζει να δανείζεται, με όλο και επαχθέστερους όρους, για να μείνει στο παιχνίδι και να ρεφάρει, έτσι και μεις αρνούμεθα να αναλάβουμε το κόστος της εξόδου μας από την κρίση που μας βασανίζει. Προσπαθούμε με κάθε τρόπο να το αποφύγουμε και κάθε μέρα που περνάει βυθιζόμαστε ακόμη πιο βαθιά σωρεύοντας καινούργια αδιέξοδα. Ανθρώπινο είναι. Η επίκληση της ελπίδας είναι ατράνταχτο άλλοθι.

Το κείμενο αυτό δεν γράφτηκε για να υποδείξει εκ των υστέρων ότι έπρεπε να ψηφιστεί ο Αλέξης. Είναι απλά μια προσπάθεια για να καταδειχθεί μια νομοτέλεια. Το πολιτικό μας σύστημα δεν είναι κατασκευασμένο για να επιτυγχάνει ορθολογικές λύσεις, κοντά στον μέσο όρο. Αντίθετα φτιάχτηκε για να λειτουργεί με υπόγειες αντιπαροχές και, στην ανάγκη, με κατασκευασμένα ακραία εκβιαστικά διλήμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, εν προκειμένω, είναι ένα αναπόσπαστο μέρος του. Δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχαν το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία. Είναι η μόνη εναλλακτική λύση που η προηγούμενη κυριαρχία αυτών των δυο επιτρέπει. Και δεν θα εξαφανιστεί αν δεν εξαφανιστούν οι συνθήκες που τον δημιούργησαν και τον συντηρουν. Η λύση του πολιτικού και δευτερευόντως του οικονομικού προβλήματος θα βρεθεί μόνο αν αναζητηθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

buzz it!

Σάββατο, Ιουνίου 16, 2012

-Η απάντηση στο δίλημμα είναι η εξαφάνιση του


Ομολογώ την αδυναμία μου να κατανοήσω πως είναι δυνατόν το μέλλον μια ολόκληρης χώρας, μια κοινωνίας εκατομμυρίων μονάδων, ενός πολύπλοκου μηχανισμού, που διαθέτει εξ ορισμού αυτονομημένα συστήματα διατήρησης ισορροπιών και αυτορύθμισης, να κρίνεται με όρους όμοιους με αυτούς που καθορίζουν το μέλλον ενός μοναχικού, απελπισμένου παράφρονα, που βρίσκεται κάποια στιγμή να ακροβατεί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας στο χείλος της αβύσσου.

Σχεδόν οι πάντες, πλέον, ισχυρίζονται πανικόβλητοι ότι το μέλλον της Ελλάδας, σε βάθος χρόνου μερικών δεκαετιών, τουλάχιστον, θα κριθεί, αύριο, από την στιγμιαία απόφαση που θα πάρουν μερικές δεκάδες χιλιάδες ψηφοφόροι, την τελευταία στιγμή, όταν θα πλησιάσουν, σε κατάσταση μάλλον συγχυτική, την κάλπη. Για να καθορίσουν το εάν πρώτο κόμμα στις αυριανές εκλογές θα είναι η Νέα Δημοκρατία ή ο ΣΥΡΙΖΑ και εάν η μεταξύ τους διαφορά θα είναι μια, δύο ή τρεις ποσοστιαίες μονάδες. Κάτι που δήθεν θα είναι το σημαντικό. Αυτό που θα κάνει την ουσιώδη διαφορά.

Αστεία πράγματα. Φοβάμαι πως, όταν ένα πρόβλημα φτάνει να τίθεται με αυτούς τους όρους, ο βαθμός περιπλοκότητας του τείνει ήδη να αγγίξει το άπειρο. Και, τότε πλέον, το πρόβλημα αυτό δεν διαθέτει καμία συμβατική λύση. Είναι αυτό που οι παλιότεροι ονόμαζαν γόρδιο δεσμό.

Οι κοινωνίες δεν είναι ψηφιακά συστήματα και, υπό την έννοια αυτή, δεν μεταπίπτουν από την μια ακραία κατάσταση στην άλλη με το πάτημα ενός απλού κουμπιού.

Οι κοινωνίες είναι πολύπλοκες αναλογικές μηχανές, που βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Και οργανώνονται αργά, επιτυγχάνοντας τα σημεία ισορροπίας τους σε βάθος χρόνου. Στο διάστημα αυτό είτε αυξάνουν τα αποθέματα της συγκολλητικής τους ουσίας είτε σωρεύουν σταθερά εκρηκτική ύλη για την διάλυση τους.

Στην δεύτερη περίπτωση, είναι μεγάλο λάθος να συγχέουμε την διαδικασία σώρευσης του καταστροφικού παράγοντα με το στιγμιαίο γεγονός, που έρχεται, στην κρίσιμη ώρα, να προκαλέσει την πυροδότησή του. Το σφάλμα αυτό μας οδηγεί, μοιραία, σε ένα δεύτερο. Μας κάνει να πιστέψουμε ότι ένα άλλο, διαφορετικής φύσης, στιγμιαίο γεγονός, μπορεί να μας μεταθέσει αυτόματα από το ένα σημείο ισορροπίας στο πολύ απομακρυσμένο αντίθετο του. Αποκτούμε έτσι μια αφελή και παιδαριώδη αισιοδοξία.

Σε κάθε περίπτωση, πρώτη απαίτηση για την αναγνώριση ενός συστήματος ως ενιαίου είναι η καθολικότητα των αρχών και των κανόνων που διέπουν την λειτουργία του. Στο πλαίσιο τέτοιων συστημάτων και μόνον είναι δυνατή,-και επιπλέον αποκτά νόημα-, η διάκριση μεταξύ αληθών και ψευδών προτάσεων. Με άλλα λόγια, πραγματικών ή όχι διλημμάτων.

Είναι ολοφάνερο, εν προκειμένω, ότι το καθοριστικό μέρος του εκλογικού σώματος δεν εξετάζει το κυρίαρχο δίλημμα των αυριανών εκλογών, όπως αυτό τέθηκε, για να το αποδεχθεί κατ΄ αρχήν ως αληθές ή να το απορρίψει ως ψευδές. Αντίθετα το θεωρεί εξ ορισμού ως πραγματικό και περιορίζεται να το εκτιμήσει με όρους ποιοτικούς, για να μπορέσει να προσδώσει στην επιλογή της είτε θετικό είτε αρνητικό πρόσημο. Και να ψηφίσει ανάλογα. Αυτό που είναι ζείδωρο και ελπιδοφόρο για τους μεν αξιολογείται ως θανάσιμο και καταστροφικό για τους άλλους. Και το αντίστροφο.

Η στάση αυτή δεν είναι παράδοξη, όπως αρχικά φαίνεται. Αντίθετα, αποδεικνύει την διάσπαση της ελληνικής κοινωνίας σε ευδιάκριτα τμήματα, ξένα μεταξύ τους, που, ενώ συνυπάρχουν αναγκαστικά, δεν εντάσσουν την λειτουργία τους σε ένα ομοιογενές πλαίσιο κανόνων. Δεν αποτελούν δηλαδή ενιαίο σύνολο, που συγκροτείται με έρεισμα την κοινή νοηματοδότηση ή, στην περίπτωση που αυτή απουσιάζει, με την ελάχιστη βάση της ισόρροπης εξυπηρέτησης των διάσπαρτων προσωπικών συμφερόντων, που, έστω και ατελώς, υποκαθιστά την έλλειψη των πνευματικών συνηθειών.

Μια τέτοια συνύπαρξη, όμως, είναι θνησιγενής, με όρους κανονικότητας. Τα μέρη της είναι αδύνατον να συμβιώσουν και θα πρέπει να χωριστούν. Εάν αυτό είναι πρακτικά αδύνατον θα συγκρουστούν αναγκαστικά βίαια μεταξύ τους, έως ότου μετατεθούν οι συσχετισμοί ισχύος και γίνει πάλι εφικτή η εξεύρεση ενός σταθερού σημείου ισορροπίας.

Βαδίζουμε πλέον με γρήγορα βήματα προς τα εκεί. Με ένα επιπλέον βάρος. Την ανεπάρκεια των αναλυτικών μας εργαλείων, που μας κάνει να εξετάζουμε τις διαφορές μας χρησιμοποιώντας τους γλωσσικούς όρους που η κάθε ομάδα υιοθέτησε για να χαρακτηρίσει τον εαυτό και τους αντιπάλους της μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Οι όροι αυτοί, που ούτως ή άλλως δεν είχαν από την αρχή ιδιαίτερα στενή σχέση με την πραγματικότητα, απομακρύνονταν τις τελευταίες δεκαετίες από αυτήν όλο και περισσότερο. Ειδικότερα, μετά την είσοδο μας στην Ε.Ε., τότε που η χώρα έπαψε να αποτελεί κλειστό σύστημα και άρχισε να επηρεάζεται μαζικά, σε επίπεδο κυρίως υλικό, όμως, από την διεθνή πραγματικότητα. Υπό αυτήν την έννοια το πρόβλημα μας είναι σε μεγάλο βαθμό και πρόβλημα γλώσσας. Πρόβλημα επικοινωνίας.

Καμία κοινότητα δεν μπορεί να διατηρήσει την συνοχή της ευρισκόμενη σε κενό νοήματος. Και καμία κοινωνία δεν μπορεί να διατηρήσει την σταθερότητα της όταν στους κόλπους της υπάρχει μια ομάδα με κρίσιμο μέγεθος που έχει την αίσθηση ότι αδικείται. Είναι αδιάφορο αν αυτή η αίσθηση είναι δίκαια διαμορφωμένη ή όχι. Σημασία έχει ότι, κάποια στιγμή και για κάποιους λόγους, διαμορφώθηκε και υπάρχει.

Ζούμε αναγκαστικά μαζί. Χρειαζόμαστε επειγόντως μια νέα κοινή αφήγηση. Στην ανάγκη μια δίκαιη διευθέτηση των ατομικών μας συμφερόντων. Επειδή πρέπει κάπως να συνυπάρξουμε. Είτε σαν κοινωνία είτε, αν δεν είμαστε άξιοι για κάτι τέτοιο, σαν μια καλά ρυθμισμένη ανώνυμη εταιρεία. Αν δεν μπορέσουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο μας περιμένει το χάος.

buzz it!

Τρίτη, Ιουνίου 12, 2012

-Τα "μέτωπα" των εκατέρωθεν πατριωτών και ο διχασμός που έρχεται





Όλη αυτή η θλιβερή κατάντια οφείλεται στην, αυταπόδεικτη πλέον, χρόνια αδιαφορία, -που εξελίχθηκε με φυσικό τρόπο σε πλήρη αδυναμία-, του λεγόμενου αστικού χώρου να εγγυηθεί το αίσθημα δικαίου του πληθυσμού, με την χρηστή διοίκηση και την δημιουργία και λειτουργία αξιόπιστων θεσμών.

Γεγονός που, στις ακραίες περιπτώσεις, -όπως αυτές που τείνουν πλέον να υποκαταστήσουν την καθημερινότητα μας-, θα του προσέφερε την νομιμοποίηση για την χρήση της συντεταγμένης και νόμιμης κρατικής βίας, που θα τσάκιζε -το "τσάκιζε" εδώ με όλη την σημασία του- κάθε παρόμοια φασιστική συμπεριφορά. Είναι πλέον πολύ αργά.

Αυτό που βλέπουμε σήμερα να δηλητηριάζει την δημόσια ζωή (και πολύ σύντομα θα εισχωρήσει και στην ιδιωτική σφαίρα - ας μην γελιούνται όσοι αφελώς νομίζουν ότι η μη συμμετοχή και η απομόνωση που επιδιώκουν θα τους προσφέρει προστασία)  είναι το σύμπτωμα και όχι η νόσος καθεαυτή.

Ευρισκόμενοι στο παρά πέντε, όμως, συνεχίζουμε ακόμη να βλέπουμε το δένδρο και να αγνοούμε το δάσος. Έκπληκτοι, επειδή δεν κατορθώσαμε να προβλέψουμε τις δυσάρεστες εξελίξεις, εξακολουθούμε να μιλάμε για τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η αρρώστια ξεχνώντας τον υποκείμενο βαρύ νοσογόνο παράγοντα.

Καταδικάζουμε με τον, εκ των πραγμάτων ανίσχυρο πλέον, ορθό πολιτικό λόγο την βία, αφήνοντας ανέπαφες όλες τις βαθιά άρρωστες δομές που την γέννησαν και που, μέσω της απονομιμοποίησης της επίσημης εξουσίας, ακύρωσαν σταδιακά την νόμιμη αποτρεπτική δύναμη της τελευταίας, και ενίσχυσαν κυκλικά τα φαινόμενα. Φέρνουμε, έτσι, στις ζωές μας, χωρίς να το αντιληφθούμε, περισσότερη βία.

Και βαδίζουμε προς την ολοκλήρωση του δράματος διαπράττοντας ένα μείζον στρατηγικό λάθος, -ένα λάθος εγκληματικό υπό τις παρούσες συνθήκες-, που δεν είναι άλλο από την δημιουργία των "μετώπων" και τον συνεπακόλουθο διαχωρισμό των Ελλήνων σε πατριώτες ή μη. Σε εν δυνάμει καταστροφείς της χώρας και σε εν δυνάμει σωτήρες. Αναγγέλλουμε με ελαφρότητα μια δραματική αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Διότι, πάνω σε αυτό το έδαφος, μια ενδεχόμενη -και μάλλον επερχόμενη- καταστροφή εγγυάται με βεβαιότητα έναν νέο βαθύ εθνικό διχασμό, που θα δηλητηριάζει την χώρα για δεκαετίες και θα αποτρέπει την αναστροφή της πορείας προς ένα καλύτερο αύριο.

Η αντίθετη πρακτική από αυτήν των "μετώπων", η αποδοχή με άλλα λόγια του "άλλου" ως ισότιμου και αξιόπιστου συνομιλητή, φορέα μιας, απλά και μόνο, διαφορετικής άποψης, επιτρέπει την απόσβεση των κραδασμών μια αποτυχίας και την με ομαλούς τρόπους ανάληψη του κόστους της. Εγγυάται έτσι την συνέχιση της ζωής μέσα από την παραγωγική διαδικασία του ειλικρινούς διαλόγου.

Δυστυχώς, προτιμήσαμε αυτό που εξυπηρετεί βραχυπρόθεσμα την προσωρινή επιβίωση των απαξιωμένων προσώπων και των ετοιμόρροπων κομμάτων, που δεν είχαν άλλο δρόμο. Και όχι αυτό που θα υπηρετούσε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα το δημόσιο και το εθνικό συμφέρον.

Τελικά, κάναμε αυτό που ξέραμε και μπορούσαμε, επειδή και εμείς, όπως και οι σπιθαμιαίες ηγεσίες μας, ήμασταν τόσοι.

buzz it!