Σάββατο, Αυγούστου 05, 2006

-Πολιτισμός. Η βαριά βιομηχανία του Εθνους.


Πριν από αρκετά χρόνια, ίσως και δέκα, σε ένα παλιό αφιέρωμα της ΕΣΤΙΑΣ για το Άγιον Όρος που έπεσε στα χέρια μου, διάβασα ένα πολύ όμορφο κείμενο του Φώτη Κόντογλου. Μιλούσε για την ολιγοήμερη παραμονή του σε μια καλύβα ψαράδων μοναχών στην Έρημο του Όρους, κάπου κοντά στα Καυσοκαλύβια. Και με την συγκίνηση του ανθρώπου που λιγότερο παρατηρεί και μελετά και περισσότερο μετέχει, εικονογραφούσε με ενάργεια έναν τρόπο ζωής, ένα αρχαίο, ορθόδοξο και ελληνικό βίωμα που πλέον έχει χαθεί για πάντα. Έγραφε ο Κόντογλου:

«… Είχε έρθει μια μέρα στα Καψοκαλύβια ένας καλόγερος από κάποιο ψαραδόσπιτο που ήταν ανάμεσα στον κάβο Σμέρνα και στα Καψοκαλύβια, και τον φιλοξένησε ο πάτερ Ισίδωρος και γνωρισθήκαμε. Τον λέγανε Νείλο, κ΄ ήτανε Μυτιληνιός. Φεύγοντας με προσκάλεσε να πάγω στο κελί του. Σε δύο τρεις μέρες, πήγα. Στο Όρος βλέπει κανείς πολλά ασυνήθιστα πράγματα και χτίρια, πλην το κελί του πάτερ Νείλου ήτανε από τα πιο παράξενα. Σε αυτό το μέρος κατεβαίνανε δύο ραχοκοκαλιές από βράχια και κάνανε δύο κάβους που τραβούσανε βαθιά στην θάλασσα, ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τόσο, που έλεγες πως το νερό που βρισκότανε ανάμεσα τους ήτανε ποτάμι κι όχι θάλασσα. Εκεί που έσμιγε ο ένας κάβος με τον άλλον, σηκωνόντανε δυό ράχες από βράχια κι ήτανε τόσο κοντά, που σκοτείνιαζε εκείνο το μέρος, ας έλαμπε ο ήλιος το καλοκαίρι. Σ΄ αυτό το μέρος, μέσα σ΄ αυτή την τρύπα, ήτανε χτισμένος ο αρσανάς του πάτερ Νείλου. Τα νερά ήτανε άπατα και σκοτεινά μέσα σε κείνο το κανάλι. Το σπίτι τόχανε χτισμένο λίγο παραπάνω από την θάλασσα, θεμελιωμένο στο βράχο, με χαγιάτια και με καμάρες, όπως συνηθίζεται στο Όρος από τα παληά χρόνια, με μαύρες πλάκες αντί για κεραμίδια. Λίγο παραπάνω ήτανε χτισμένη η εκκλησιά, μικρή, με σκαλιστό τέμπλο και με όλα τα καθέκαστα. Αποπάνω κρεμότανε ένα βουνό δασωμένο και στην κορφή είχε ένα βράχο απότομο, μ΄ ένα σπήλαιο. Σ΄ αυτό το σπήλαιο ασκήτευε προ λίγα χρόνια ένας γέροντας που στάθηκε στα νιάτα του οπλαρχηγός στην Μακεδονία. Τώρα είχανε φωλιάσει όρνια μέσα στην σπηλιά και τάβλεπα που πέρνανε βόλτες γύρω στη ράχη. Ο Νείλος και η συνοδεία του είχανε δυό τράτες και δυό βάρκες. Ήτανε εφτά – οχτώ νοματέοι, πέντε μεγάλοι και δυό τρία καλογέρια. Όλοι τους ήτανε ηλιοκαμένοι, μαύροι σαν αραπάδες. Ο πάτερ Νείλος είχε απάνω του μια ησυχία και μιαν απλότητα που σε έκανε να τον αγαπήσεις και να τον σεβαστείς. Λιγόλογος, μα ολοένα ήτανε χαμογελαστό το πρόσωπο του, με κάτι χείλια χοντρά σαν του αράπη, με μαύρα και πυκνά γένεια, που φυτρώνανε κάτω από τα μάτια του και σκεπάζανε τα μάγουλα του. Με τη σκούφια που φορούσε ήτανε ίδιος βαβυλώνιος. Ξυπόλητος, όπως δα ήτανε όλοι τους, φορούσε απάνω ένα σκούρο πουκάμισο και κάτω ένα βρακί ανατολίτικο ίσαμε τα γόνατα. Τις μέρες που κάθησα εκειπέρα, ο Νείλος κ΄ ένας δόκιμος δεν πηγαίνανε με την τράτα για να μου κρατήσουνε συντροφιά. Ήτανε κ΄ ένας γέρος, πάτερ Αθανάσιος, που φύλαγε πάντα το σπίτι. Σαν γυρίζανε από το ψάρεμα βγάζανε τα ψάρια έξω και αφού διαλέγανε λίγα χοντρά για να φάμε, κι άλλα για πάστωμα, τα ψιλά τα κάνανε ένα σωρό και τα αφήνανε να σιτέψουνε για να τα΄ αλατίσουνε. Από τα χοντρά παστώνανε πολλούς ροφούς, νάχουνε το χειμώνα. Ψιλά, μαρίδα και σαρδέλλα, παστώνανε πολλά βαρέλια και τα στέλνανε στη Σαλονίκη. Καθόντανε σταυροπόδι γύρω στο σωρό και παστώνανε. Όλο το σπίτι μύριζε μια τέτοια ψαρίλα, που στην αρχή γυρίζανε άνω κάτω τα στομάχια μου. Μα σιγά σιγά συνήθισα και δεν καταλάβαινα την ψαρίλα σχεδόν ολότελα. Συλλογιζόμουνα κιόλας πως έτσι θα μυρίζανε κι ο Χριστός κ΄ οι απόστολοι. Οι άνθρωποι κ΄ ότι έπιανες, όλα μυρίζανε ψαρίλα. Ακόμα και μέσα στην εκκλησιά ένοιωθες αυτή τη μυρουδιά. Τις ώρες που λείπανε οι άλλοι στο ψάρεμα, κουβεντιάζαμε με τον πάτερ Νείλο για θρησκευτικά και για τα ιστορικά του σπιτιού του, τι φουρτούνες περάσανε, τι θεριόψαρα συναντήσανε, τι καΐκια βουλιάξανε από τότες που κάθησε σ΄ αυτό το μέρος κι άλλα λογιώ λογιών. Άλλη φορά πάλι, εκεί που καλαφάτιζε μια βάρκα τραβηγμένη έξω, έψελνε με τη γλυκειά φωνή του, κ΄ έκανε τον δεξιό ψάλτη κι εγώ τον αριστερόν. Λέγαμε τις Καταβασίες της Μεταμορφώσεως (γιατί ήτανε εκείνες οι μέρες του Αυγούστου) «Χοροί Ισραήλ αήκμοις ποσί, πόντον ερυθρόν και υγρόν βυθόν διελάσαντες», τα Πασαπνοάρια με το δοξαστικό «Παρέλαβεν ο Χριστός τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην», κι ύστερα λέγαμε αργώς και μετά μέλους το Κοινωνικό «Εν τω φωτί της δόξης του προσώπου σου, Κύριε, πορευόμεθα εις τον αιώνα». Στο τέλος όμως ψέλναμε πάντα το «Ευλογητός ει Χριστέ ο Θεός ημών, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς το πνεύμα το άγιον, και δι΄ αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι». Δεν μπορώ να παραστήσω το πόσο συγκινημένη ήτανε η καρδιά μου σαν άκουγα να ψέλνει ο ψαράς ο πάτερ Νείλος, ξυπόλητος, με το κατραμωμένο βρακί, με τα φύκια κολλημένα πάνω στα γυμνά ποδάρια του, να ψέλνει με κείνη την αρχαία μελωδία και να λέγει στίχους Ιαμβικούς, και παραπέρα ν΄ αφρίζουνε τα παμπάλαια ελληνικά κύματα κι ο αγέρας να βουΐζει πανηγυρικά απάνω στα θεόχτιστα βράχια και στα δέντρα! Μα η πιο βαθειά κι η πιο παράξενη συγκίνηση μ΄ έπιανε την Κυριακή και τις άλλες γιορτινές μέρες που λειτουργούσε ο πάτερ Νείλος ο ψαράς και γινότανε ιερέας του Υψίστου, αυτός που τον έβλεπα τις άλλες μέρες ν΄ αλατίζει ψάρια, να καλαφατίζει βάρκες, να ματίζει σκοινιά, να γραντολογά καραβόπανα, να βολεύει άγκουρες, να μπαλώνει δίχτυα, μαζί με τη συνοδεία του! Και στη λειτουργία γινότανε σαν πατριάρχης, με το επανωκαλύμμαυχο, με το χρυσό φελόνι, με τα επιμάνικα, με το επιγονάτιο, και δεότανε μυστικώς μπροστά στην αγία Τράπεζα «υπέρ των του λαού αγνοημάτων», «ως ενδυόμενος την της ιερατείας χάριν». Ω! Τι εξαίσια και φρικτά μυστήρια έχει η ταπεινή ορθοδοξία μας! Μα η καρδιά μου δάκρυζε αληθινά από άγια χαρά κι από κατάνυξη, σαν στρώνανε για να φάμε και ευλογούσε την τράπεζα ο πάτερ Νείλος με τα θαλασσοψημένα δάχτυλα του, ενώ γύρω στεκότανε με σταυρωμένα χέρια εκείνοι οι απλοί ψαράδες, κουρασμένοι, θαλασσοδαρμένοι, ξεχασμένοι από τον κόσμο μέσα σε κείνη την καταβόθρα. Κι έλεγε με την ταπεινή φωνή του ο πάτερ Νείλος «Χριστέ ο Θεός, ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν των δούλων σου, ότι άγιος ει πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων», ενώ μας απόσκιαζε η πλώρη του τρεχαντηριού κ΄ η αρμύρα ερχότανε από το βουερό το πέλαγο».

Αν και έχω περπατήσει πολλές φορές τα βράχια της περιοχής δεν μπόρεσα να ανασύρω από την μνήμη μου κάποια γνώριμη εικόνα. Δεν μπόρεσα να φανταστώ σε πιο σημείο της ακτογραμμής θα μπορούσε να βρίσκεται ο αρσανάς της διήγησης. Άλλωστε οι νότιες ακτές της χερσονήσου είναι άγριες, απότομες και σχεδόν απροσπέλαστες και γιαυτό το μεγαλύτερο μέρος του μονοπατιού περνάει αρκετά ψηλά πάνω από την θάλασσα, τόσο, που να αφήνει στον πεζοπόρο ελεύθερη μόνο την θέα του ανοικτού πελάγους.

Πρέπει να ήταν την άνοιξη του 2002 η τελευταία φορά που βρέθηκα με έναν καλό φίλο στα ίδια μέρη. Έχοντας ξεκινήσει νωρίς το μεσημέρι από την Κερασιά, στα 800 περίπου μέτρα, πεζοπορήσαμε ανατολικά, μέσα στο δάσος, μέχρι να καταλήξουμε στην Καλύβα του Αγίου Νείλου, στην κορυφή ενός θεόρατου βράχου που υψώνεται κάθετα από την θάλασσα. Από εκεί στρέψαμε πίσω προς την δύση, για τα Καυσοκαλύβια, ακολουθώντας το δύσκολο μονοπάτι που ανεβοκατεβαίνει, άλλοτε κοντά και άλλοτε σε απόσταση από την ακτή, ψηλά, πάνω από απόκρημνα βράχια.

Λίγο μετά τον Άγιο Νείλο, στο τέλος μιας μεγάλης κατηφόρας, η πορεία ενός χοντρού τηλεφωνικού καλωδίου στα αριστερά μας μας αποκάλυψε την αρχή ενός στενού και απότομου μονοπατιού, που κατηφόριζε στο βάθος της χαράδρας, σχεδόν κρυμμένο πίσω από μικρούς βράχους. Στο μυαλό μου γύρισε αμέσως η διήγηση του Κόντογλου. Κατεβήκαμε σχεδόν τρέχοντας. Και ήταν αυτό ακριβώς που περιμέναμε. Ο παλιός αρσανάς του πατέρα Νείλου και της συνοδείας του. Οι δύο μεγάλοι απότομοι κάβοι, ο βαθύς και στενός σαν ποτάμι κόλπος, η σκιερή ακτή, η θεμελιωμένη στον βράχο πέτρινη καλύβα, τα απομεινάρια της μικρής εκκλησίας, η παλιά σκάλα που δένανε τα καΐκια.

Βρίσκονταν όλα στην θέση τους. Όχι όμως όπως τα είχαν αφήσει οι τελευταίοι ένοικοι. Γιατί οι καινούργιοι ιδιοκτήτες, παρόλου που δεν μένουνε ποτέ εκεί, φρόντισαν να κάνουν κάποιες αποφασιστικές και αναγκαίες παρεμβάσεις με προφανή σκοπό να προετοιμάσουν την καλύβα για τις αυξημένες ανάγκες του 21ου Ελληνικού αιώνα.

Πρώτα από όλα ενισχύσανε με μπόλικο κονίαμα το επάνω όριο των τοίχων και στην θέση της πέτρινης σκεπής τοποθέτησαν μια θαυμάσια επίπεδη τσιμεντένια πλάκα. Η απλή αυτή κατασκευή διαθέτει αντοχή αλλά και αισθητική αρτιότητα. Επιπλέον η εμπρόσθια προέκταση της λειτουργεί και ως αποτελεσματικό σκίαστρο για την ευρύχωρη και πολυλειτουργική βεράντα. Ποιά βεράντα;


Μα την βεράντα που δημιουργήθηκε με την προσθήκη ενός υπέροχου μπετονένιου σκελετού που έζωσε αρμονικά από την μέση και κάτω την παλιά πέτρινη κατασκευή. Μάλιστα, για λόγους ασφάλειας, στην εμπνευσμένη αυτή σύνθεση προστέθηκε μια σειρά από υπέροχα περίτεχνα κάγκελα υδραυλικού σωλήνα που πάνω στους κομψούς πυλώνες τους διατρέχουν περιμετρικά το σύνολο

και καταλήγουν στην βάση της πρϋπάρχουσας σκάλας.


Αλλά ο σχεδιαστής πέτυχε να πιάσει με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια. Γιατί το ευμεγέθες της κατασκευής από την πλευρά της θάλασσας δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο για έναν ισόγειο, στεγασμένο και πολυλειτουργικό αποθηκευτικό χώρο, ευρύχωρο και άμεσα προσπελάσιμο για κάθε χρήση.



Από την μεριά της θάλασσας παλι, το κατέβασμα της κατασκευής προς την ακτή εντυπωσιάζει με την απλότητα αλλά και την στιβαρότητα του.


Τα δύο σοφά τοποθετημένα ανισομεγέθη ανοίγματα εξυπηρετούν ασφαλώς τις ανάγκες φωτισμού και εξαερισμού της αποθήκης. Παράλληλα όμως αποτελούν και μια αισθητική πινελιά που ολοκληρώνει με ευαισθησία την σύνθεση.


Τέλος, ο περιβάλλων χώρος, ένα μεγάλο μέρος της ακτής, που κάποτε ήταν γεμάτη με εκείνες τις άχαρες γυαλιστερές στρογγυλεμένες κροκάλες, καλύφθηκε με ένα ίσιο και καθαρό στρώμα τσιμέντου που καθιστά την πρόσβαση ανεμπόδιστη και ασφαλή.




Που ήταν το ΚΕΔΑΚ (για όσους δεν γνωρίζουν, το Κέντρο Διαφύλαξης Αγιορείτικης Κληρονομιάς);

Μα που άλλού;
Στα γραφεία του στην Θεσσαλονίκη.

Άντε και σε κανένα από τα εργοτάξια των 20 κυρίαρχων μονών που εδώ και χρόνια, -με κονδύλια και της Ευρωπαϊκής Ένωσης-, συντηρούνται και αναπαλαιώνονται με εντατικούς ρυθμούς. Μόνον αυτά. Μόνο τα μοναστήρια. Ίσως και λίγα άλλα κτίρια μνημειακού χαρακτήρα στις Καρυές. Όλα τα υπόλοιπα, από το 2,000 και πλέον κτίσματα του Αγίου Όρους, αφήνονται στην τύχη τους, έρμαια των αλόγιστων παρεμβάσεων και θύματα της κακογουστιάς και της χυδαίας αισθητικής των προσωρινών ενοίκων τους.

Γιατί είναι προφανές ότι η ελληνική διοίκηση (με άλλα λόγια ο μέσος έλληνας που την συντηρεί και την στηρίζει) αδυνατεί να κατανοήσει ότι το φυσικό και το πολεοδομικό περιβάλλον αποτελούν ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο και ότι, υπό την έννοια αυτή, κανένα οικοδόμημα δεν μπορεί να σταθεί και να αναδειχθεί αυτοτελώς. Αντίθετα μπορεί να ιδωθεί μόνον ως μέρος, προσάρτημα και συνέχεια των πραγμάτων που το περιβάλλουν.

Επιπλέον η ελληνική διοίκηση (με άλλα λόγια ο μέσος έλληνας που την συντηρεί και την στηρίζει) αδυνατεί να κατανοήσει την βαθύτερη ουσία του πολιτισμού. Αδυνατεί να αντιληφθεί τον πολιτισμό ως καθολικό βίωμα και συνολικό τρόπο ύπαρξης. Ως πολύπλοκo ιστό πολλών μικρών, απλών και καθημερινών πραγμάτων που κάθε τόσο, στις μεγάλες στιγμές των λαών, συμπυκνώνονται, από τους καλύτερους εκπροσώπους του, για να μετουσιωθούν σε έργα μνημειακού χαρακτήρα. Σε κατασκευάσματα υψηλής συμβολικής αξίας, που στην μορφή και τις γραμμές τους, με εργαλείο και μέσο την ιδιοφυία των άμεσων δημιουργών τους, αποτυπώνονται η φυσιογνωμία, τα χαρίσματα και η πνευματική αλκή των γενεών που τους ανέδειξαν.

Ο Παρθενώνας δεν φτιάχτηκε από δύο αρχιτέκτονες. Παραγγέλθηκε σε αυτούς από τους πολίτες μιας ελεύθερης πόλης, που έτσι ακριβώς τον ήθελαν και έτσι τον ζήτησαν. Το ίδιο και οι μεγάλοι καθεδρικοί της δυτικής χριστιανοσύνης. Που αν κοιτάξει κανείς τους δρόμους και τις γειτονιές γύρω τους, αν δει όλα τα μικρότερα, απλά και καθημερινά πράγματα που στέκονται με δέος στη σκιά τους, καταλαβαίνει αμέσως. Και δεν ρωτάει πως, και με ποιόν τρόπο, υψώθηκαν εκεί αυτά τα βέλη να δείχνουνε τον δρόμο προς τον ουρανό.

Για όλους αυτούς τους λόγους η ταπεινή καλύβα του πατέρα Νείλου, κάπου στην Έρημο του Αγίου Όρους, ανάμεσα στον κάβο Σμέρνα και στα Καυσοκαλύβια, έχει την ίδια αξία με τους περίτεχνους τρούλλους του καθολικού της Πατριαρχικής και Χρυσοπηγιακής και Ιεράς και Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου. Είναι γιατί τα πρώτα πρέπει να στέκονται τριγύρω, σιωπηλοί και ταπεινοί μάρτυρες, για να ιστορούν στους πεζοπόρους πως βρέθηκαν τα δεύτερα.

Αλλά δεν χρειάζεται να ταξιδέψει κανείς τόσο μακρυά. Μια ματιά στους εμπορικούς δρόμους της Αθήνας κάτω από τον "ιερό βράχο" είναι αρκετή για να καταδείξει ότι ο Παρθενώνας δεν ταιριάζει πια σαυτή την πόλη των βαθιά παρηκμασμένων κληρονόμων του αρχαίου κλέους.

buzz it!

6 σχόλια:

ΠΗΓΑΣΟΣ είπε...

Το καλύτερο ''μνημόσυνο'' για τα άγνωστα του Αγ. Όρους. Μπράβο σου που το ξανάφερες στην επιφάνεια.

Ermippos είπε...

Σε ευχαριστώ πολύ Πήγασε. Πλην όμως δεν νομίζω ότι ασχολείται πλέον κανείς σοβαρά με παρόμοια ζητήματα. Άλλωστε η Ελλάδα έχει τους νέους Παρθενώνες της (τι άλλο είναι η στέγη Καλατράβα και τα multicinemas) και δεν χρειάζεται άλλο τους παλιούς. Εχει και την Μύκονο που πήρε φωτιά από το κέφι, έχει και τους Κινέζους που έρχονται να μας γεμίσουν ζεστό χρήμα, έχει και την Εμπορική που μοσχοπουλήθηκε (άντε να δούμε τι θα μείνει να πουλήσουμε μετά τις επόμενες εκλογές για να βγάλουμε καλά και τις μεθεπόμενες). Με όλα αυτά τι να τα κάνουνε οι έλληνες τα καλύβια στο Αγιον Ορος;

FreeCyprus είπε...

very cool adelfe

ΠΗΓΑΣΟΣ είπε...

Κι' όμως 'Ερμιππε, πάντα εκεί προσφεύγουμε (όσοι αναζητούν την εσωτερική τους ανάσταση) και προσφεύγουν (ακόμη και όσοι αναζητούν τη χάρη του ''ταπεινού'' προφίλ).
Πιστεύω ότι μια ''τρέλλα'' ίσως είναι αυτή που κρατά αυτούς τους αναχωρητές εκεί που κάνουν ''τη ταπεινή καλύβα του πατέρα Νείλου, κάπου στην Έρημο του Αγίου Όρους, ανάμεσα στον κάβο Σμέρνα και στα Καυσοκαλύβια, (να)έχει την ίδια αξία με τους περίτεχνους τρούλλους του καθολικού της Πατριαρχικής και Χρυσοπηγιακής και Ιεράς και Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου. Είναι γιατί τα πρώτα πρέπει να στέκονται τριγύρω, σιωπηλοί και ταπεινοί μάρτυρες, για να ιστορούν στους πεζοπόρους πως βρέθηκαν τα δεύτερα'', όπως πολύ εύστοχα σημειώνεις στο ποστ σου.

Ανώνυμος είπε...

Έρμιππε,

χάρη σε ένα σχόλιο του Ηλία

http://anamorfosis.net/blog/?p=3895#comment-35683

ανακάλυψα αυτό το πολύ ενδιαφέρον άρθρο σου, οπότε το ξεθάβω και μεταφέρω εδώ το σχόλιο που έγραψα στο συνΙστολόγιο:

"Διάβασα τα ερμίππεια, είναι όπως πάντα καλογραμμένα. Αλλά δεν ξέρω κατά πόσον συμφωνώ.

Πρώτον, βγάζουν μια καθεπερσινίλα που την βαριέμαι.

Δεύτερον, καταλαβαίνω τι θέλει να πη, αλλά είναι άδικο οι εξωτερικοί παρατηρητές, οι προσκυνητές και οι τουρίστες να υποδεικνύουν στους Αγιορείτες αν θα έχουν εκτός δρόμου ή μουλάρια. Μπορεί κάποιος να βρίσκη γραφικό να αποτελή το Όρος μια σύγχρονη επιβίωση του 16ου αιώνα ας πούμε (τον 16ο αιώνα βέβαια οι μοναχοί είχαν τεχνολογία του αιώνα τους και όχι του 10ου). Αλλά η απόφαση ανήκει στους κατοίκους του. Αλλιώς να γκρινιξουμε επειδή γράφουν με στιλούς και όχι σε πινακίδες με κερί.

Τρίτον, ασφαλώς έχουν γίνει και υπερβάσεις και αυθαιρεσίες και αισθητικά αμαρτήματα. Έτσι είναι τα ανθρώπινα. Η επικέντρωση σε αυτά και όχι στις αναστηλώσεις και αναπαλαιώσεις και και είναι μια επιλογή ωρισμένου είδους. Ούτε καταλαβαίνω τι θα κέρδιζε η ανθρωπότητα και οι Μονές αν δεν εκδίδονταν δίσκοι και βιβλία (ως επί το πλείστον καλαίσθητα) και δεν παραγόταν κρασί από αυτές.

Τέταρτον, ναι, μαζικός προσκυνηματικός τουρισμός, υπεράκτιες εταιρείες, ευρωπαϊκά κονδύλια, οι Μονές ως εργοδότριες μεταναστών οικοδόμων (προκλητικές τζιπάρες δεν έτυχε να δω πάντως, μόνο κάτι καταταλαιπωρημένα από τους φριχτούς χωματόδρομους). Αλλά και πληθυσμιακή αύξηση, πνευματική αναγέννηση, ευρύτερη ακτινοβολία, πανευρωπαϊκός σεβασμός. Και όποιος θέλη να μονάση σε κάποια τρύπα ψαρεύοντας, εξακολουθεί κάλλιστα να το μπορή".

Αθ. Αναγνωστόπουλος

Ανώνυμος είπε...

[......(άντε να δούμε τι θα μείνει να πουλήσουμε μετά τις επόμενες εκλογές για να βγάλουμε καλά και τις μεθεπόμενες)......]

πού να φανταζόμασταν τότε πόσα πολλά μας είχαν μείνει για το ολοκληρωτικό ξεπούλημα.γιατί άλλο Εμπορική, άλλο 86.000 στρέμματα στη Ρόδο, ή κάποιες χιλιάδες στρέμματα στη Χαλκιδική.
(όσο για το "μέτρο" του μουσείου της Ακρόπολης, ανάλογο με το μέτρο της ανανεωμένης σκήτης του Αγιου Νείλου)